Πλήθος προβλημάτων προκαλείται στις τοπικές κοινωνίες από τη ραγδαία εξάπλωση του λαγοκέφαλου στις θάλασσες της Ελλάδας.

Φέτος μάλιστα, στην ανατολική Κρήτη, στην οποία το πρόβλημα με τους λαγοκέφαλους εντείνεται διαρκώς, εγκρίθηκε κονδύλι 36.000 ευρώ από την Περιφέρεια, για την καταπολέμηση του φαινομένου που «τσακίζει» την αλιεία στην περιοχή.

Ποια είναι όμως η ταυτότητα του λαγοκέφαλου; Πρόκειται για ένα ψάρι «εισβολέα» που αν καταναλωθεί μπορεί να προκαλέσει πολύ γρήγορα, σοβαρότατες, μη αναστρέψιμες βλάβες στην υγεία και όπως έχει σημειωθεί σε κάποιες περιπτώσεις, και θάνατο.

Τοξικά ψάρια κατέκλυσαν τις θάλασσες της χώρας – Τι να προσέχετε

Η υψηλή τοξικότητα του οφείλεται στην τετροδοτοξίνη (ΤΤΧ), μια νευροτοξίνη που δεν είναι πρωτεϊνικής φύσης, οπότε δεν καταστρέφεται ούτε με το μαγείρεμα ούτε με την ψύξη ούτε με άλλο τρόπο.

Είναι η πιο δυνατή τοξίνη που υπάρχει στη φύση και αρκούν 2 χιλιοστά του γραμμαρίου για να επιφέρουν τον θάνατο σε άνθρωπο βάρους περίπου 50 κιλών.

Πώς βρέθηκαν όλα αυτά τα ψάρια «εισβολείς» στις ελληνικές θάλασσες;

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πιθανότατα πέντε είδη λαγοκέφαλων στη Μεσόγειο και όλα προέρχονται από τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι λαγοκέφαλοι όπως κι οι περισσότεροι εισβολείς πέρασαν, ακόμα πιο μαζικά, στη Μεσόγειο μετά τη διαπλάτυνση της Διώρυγας του Σουέζ το 2015. Πρόκειται όμως για μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν και σχετίζεται με την αδιάκοπη άνοδο της θερμοκρασίας στις θάλασσες εξ’ αιτίας της κλιματικής αλλαγής

Πριν από λίγες ημέρες έγινε η πρώτη καταγραφή στην Ελλάδα κι ενός νέου ξενικού είδους ψαριού. Το όνομα του είναι Cheilodipterus novemstriatus κι η ταυτοποίηση του έγινε στη Ρόδο.

Το είδος αυτό συναντάται συνήθως στην περιοχή του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού ενώ από το 2010 έχει εισβάλει στη Μεσόγειο μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου εντοπίστηκε αρκετές φορές στην ανατολική Ρόδο, σε νερά με βάθος 8- 9 μέτρων, κοντά στον επίσης αλλόχθονο μακράκανθο αχινό Diadema setosum.

Πώς και γιατί αλλάξαν οι θάλασσες μας

Το ότι τα ψάρια εισβολείς έχουν πια έρθει για να μείνουν είναι αναντίρρητη πραγματικότητα. Αυτή τη στιγμή 1000 ξενικά είδη βρίσκονται στη Μεσόγειο 650 ξενικά είδη έχουν ήδη βιώσιμους πληθυσμούς ενώ τα 100 από αυτά είναι εισβολικά και απειλούν τη θαλάσσια βιοποικιλότητα αλλά και την αλιεία.

Όπως είπε στο Dikaiologitika News η Αναστασία Μήλιου, διευθύντρια ερευνών στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος»: «Ένα εισβολικό είδος που είναι πλέον γνωστό σε όλους είναι ο λαγοκέφαλος. Έχει εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών θαλασσών κι η κατανάλωση του είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η ευρεία κατανομή του έχει σημαντικές επιπτώσεις και στην αλιεία- καθώς είναι ικανοί θηρευτές και αφανίζουν άλλα είδη ψαριών».

Όπως συνέχισε να εξηγεί η κ. Μήλιου, εκτός από την αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας προβληματικός παράγω στην αύξηση των ξενικών θαλάσσιων ειδών, είναι κι η αύξηση της κινητικότητας των πλοίων στις θάλασσες, αλλά και του έρματος που αυτά μεταφέρουν (δηλαδή του μεγάλου όγκου θαλασσινού νερού που φορτώνουν στα αμπάρια τους και μπορούν να μεταφέρουν από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, μαζί με πολλούς θαλάσσιους οργανισμούς). Παράλληλα οι ανθρώπινες επιβαρύνσεις που προκαλούνται στις θάλασσές, όπως η υπεραλίευση και η ρύπανση, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να ευδοκιμούν πολλά ξενικά είδη.

Και τι μπορούμε να κάνουμε;: «είναι μια νέα πραγματικότητα με την οποία πρέπει να μάθουμε να ζούμε» λέει η Α. Μήλιου και προσθέτει: «Παρακολουθούμε συστηματικά την εξάπλωση και την κατανομή τους και το ίδιο ζητάμε και από τους πολίτες. Όταν δουν ένα ασυνήθιστο θαλάσσιο είδος π.χ. στην κατάδυση ή στο ψάρεμα, μία φωτογραφία και η αναφορά της παρατήρησής τους μπορεί να αποτελεί ανεκτίμητη πληροφορία για τους επιστήμονες».

Γιατί πρέπει να τρώμε (ορισμένα) ψάρια «εισβολείς»

Το λεοντόψαρο είναι άλλος ένας εισβολέας, η παρουσία του οποίου για πρώτη φορά στις ελληνικές θάλασσες καταγράφηκε το 2015, επίσης στην Ρόδο .

Πρόκειται για ένα τροπικό ψάρι, που κατάγεται από τον Ινδικό Ωκεανό.

Σημειώνεται ότι τα αγκάθια του προκαλούν αφόρητο πόνο, ενώ σε περίπτωση αλλεργικού ατόμου μπορεί να προκαλέσει ισχυρό σοκ. Το λεοντόψαρο τρέφεται αποκλειστικά με γόνο άλλων ψαριών.

Παρά τα παραπάνω χαρακτηριστικά του, σύμφωνα με την κ. Μήλιου: « Το λεοντόψαρο όπως κι ο πολύ παλιότερος εισβολέας, το ψάρι γνωστό ως γερμανός, είναι ασφαλή να τα καταναλώνουμε και μάλιστα είναι και ωφέλιμο να τα αφαιρούμε από το οικοσύστημα. Άλλωστε, θα μπορούσε εύκολα να γίνει «πρώτο ψάρι» με σημαντική εμπορική αξία καθώς έχει εξαιρετική γεύση. Θέλει μια προσοχή μόνο στο καθάρισμα όπως αντίστοιχα θέλει η σκορπίνα, η δράκαινα κ.τλ. Πρέπει παράλληλα να δώσουμε κι ένα κίνητρο στους ψαράδες, να τα ψαρεύουν, να τα διοχετεύουν στην αγορά και εμείς να τα προτιμάμε, προσφέροντας τους ένα νέο εισόδημα πολύ απαραίτητο για αυτούς – καθώς κι οι ίδιοι πρέπει να επιβιώσουν σε θάλασσες που αλλάζουν».

Η επικαιρότητα στο Twitter:

Διαβάστε επίσης »