Πατήστε ESC για κλείσιμο

Εξουσία - Spoiler - Φωτογραφίες, video

Πολιτικό κενό και η ανάγκη νέας πολιτικής πρωτοπορίας και νέου προγράμματος

Newsteam 0 Comments

Κάθε κυβέρνηση στην Ελλάδα, μετά τον ένα χρόνο στην εξουσία, έχει καταφέρει να εξαντλήσει κάθε προωθητική της δυναμική, αν είχε και όση είχε από δαύτην. Διότι συνήθως η γνήσια προοδευτική μεταρρυθμιστική πνοή των εκάστοτε κυβερνητικών κομμάτων είναι εξαρχής ανύπαρκτη ή αντιπροσωπεύει απλώς ωραία λόγια του αέρα, εκτός τόπου και χρόνου και χωρίς καμία ισχυρή βούληση για να γίνουν πράξη.

Από τον πρώτο χρόνο και μετά η κάθε κυβέρνηση στη χώρα μας έχει ως μόνο και αποκλειστικό μέλημα όχι το τι θα κάνει για τον τόπο, αν το είχε ποτέ στο μυαλό της αλλά το πως θα διατηρηθεί στην εξουσία με όλα τα θεμιτά και συχνά αθέμιτα μέσα και κυρίως το πως θα επανεκλεγεί.

Και αυτός ο μεγάλος στόχος δεν επιτυγχάνεται με κανέναν άλλον τρόπο παρά με την εθελοδουλία στα ξένα κέντρα, με τις πελατειακές σχέσεις και την εργαλειοποίηση του κράτους και των θεσμών, ενώ στο μεταξύ κεντρικά κυβερνητικά πρόσωπα επιδίδονται στη λαφυραγώγηση του δημοσίου χρήματος. Με δύο λόγια ο στόχος της παραμονής και της επανεκλογής της κυβέρνησης επιδιώκεται με τη συνέχιση όλων των κακώς κείμενων που ευθύνονται για την κακοδαιμονία της χώρας και ιδιαιτέρως με την εμβάθυνση της παρασιτοκρατίας, της ακινησίας, του τέλματος και της λεηλασίας της οικονομίας και του εθνικού πλούτου.

Δυστυχώς, αυτά θα είναι τα μόνα που μπορεί να περιμένει κανείς από εδώ και εμπρός από τη κυβέρνηση Μητσοτάκη, που έκλεισε ένα χρόνο στην εξουσία, επενδεδυμένα, βεβαίως, με ισχυρότατες δόσεις αυταρχισμού και αυθαιρεσίας, πολύ περισσότερο όταν αυτή η κυβέρνηση έχει μπροστά της μια πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση και το ναρκοπέδιο των απειλών και κινδύνων σε βάρος των εθνικών μας θεμάτων, έτοιμο να εκραγεί στα χέρια της, ανήμπορη να το διαχειριστεί και πολύ περισσότερο να αποφύγει τις οδυνηρές συνέπειες του.

Όλοι/ες στο κυβερνητικό σχήμα με πρώτο τον πρωθυπουργό θα σηκώσουν ξανά τα μανίκια και θα ριχτούν με τα μούτρα στις παλιές δοκιμασμένες συνταγές: Να αλώσουν σε διαλυτικό βάθος ένα εν πολλοίς παρασιτικό και παχυδερμικό κράτος, να προσεταιριστούν επιχειρηματίες και μικρομεσαία στρώματα, να διευρύνουν τις πελατειακές σχέσεις και κυρίως τους διορισμούς κάθε μορφής, μέχρι και διμηνιτών συμβασιούχων και ιδιαίτερα να ενισχύσουν την διαπλοκή με τους μεγαλοσχήμονες στα ΜΜΕ και πρώτα από όλα την εθελοδουλία προς τους πάτρωνες του ελληνικού προτεκτοράτου, πράγματα που με βεβαιότητα θα καταπιούν πολύ γρήγορα ρίχνοντας σε βρώμικα λασπόνερα και αυτήν την κυβέρνηση.

Όσο για την αξιωματική αντιπολίτευση ούτε λόγος. Ο μόνος και αποκλειστικός στόχος της δεν είναι πια μια στοιχειώδης αυτοκριτική και στοιχειώδη ανασυγκρότησή της αλλά μόνο η επάνοδος στην εξουσία δι’ όλων των μέσων, πράγμα που θα το επιδιώξει με κάθε τίμημα, χωρίς να υπολογίζει το κόστος για τον τόπο και βεβαίως με μόνο πρόγραμμα το παμπάλαιο: τάζουμε στους πάντες τα πάντα, αδιαφορώντας για τους πάντες και για τα πάντα.

Το τραγικό είναι ότι για το σύστημα έχει χαθεί το αντίπαλο αριστερό δέος, το οποίο έστω και ως δύναμη ηθικής αξιοπιστίας και αγωνιστική στάσης, συγκρατούσε τις πιο αποκρουστικές πλευρές του συστήματος και συχνά έδινε εναύσματα για θετικά σκιρτήματα στον τόπο.

Σήμερα η υπάρχουσα Αριστερά και μιλάω για τις δυνάμεις πέραν του ΣΥΡΙΖΑ, αφού ο τελευταίος δεν είναι Αριστερά, δεν μπορεί να παίξει αξιόπιστα έστω και αυτόν τον ρόλο που έπαιζε μέχρι σήμερα.

Και αυτό όχι μόνο γιατί η διάβρωση στην πολιτική και στην κοινωνία είναι τόσο βαθιά, που έχει επηρεάσει και τις γραμμές της, θρυμματίζοντας σε αρκετό βαθμό τις αξίες της Αριστεράς αλλά και γιατί οποιαδήποτε αγωνιστική στάση στις μέρες μας δεν μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα, αν δεν συνοδεύεται με μια αξιόπιστη στρατηγική και ένα ριζοσπαστικό αλλά ρεαλιστικό και αξιόπιστο πρόγραμμα ανάληψης της διακυβέρνησης και της εξουσίας.

Και τα δύο αυτά είναι ήδη σε ανεπάρκεια στη σημερινή Αριστερά, η οποία δεν μοιάζει να έχει διδαχθεί από τις αποτυχίες του παρελθόντος της σε εθνική, ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα.

Στη σημερινή Ελλάδα υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Κενό πολιτικής, προγράμματος, ιδεών και οράματος. Κενό αξιοπιστίας και αξιών . Κενό εμπιστοσύνης, ανιδιοτέλειας και θέλησης για θυσίες.

Ζητείται επειγόντως μια ικανή και αποφασισμένη πρωτοπορία που μπορεί να συλλάβει το πνεύμα των καιρών και των σφυγμών  της συγκυρίας και να ανάψει εκ νέου τη σπίθα. Μια σπίθα, όμως, που θα μπορέσει να φλογίσει τις καρδιές, τα μυαλά και τις συνειδήσεις των ανθρώπων ώστε να μην επιτρέψει να υπάρξει χώρος για νέες υποχωρήσεις, διαψεύσεις και πισωγυρίσματα.

Δείτε τα tweets της επικαιρότητας:

[wbcr_php_snippet id="14676"]

Όλα τα νέα για την επικαιρότητα εδώ - ειδήσεις από την Ελλάδα

Διάβασε το »

Γιατί ο Παππάς έκαψε τον φίλο του Αλέξη Τσίπρα

Newsteam 0 Comments
Τόσο η υπόθεση γύρω από τη Λίστα Πέτσα όσο και τα όσα συμβαίνουν στην προανακριτική της Βουλής δείχνουν ότι το πραγματικό εμπόδιο στην αντιπολιτευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ίδια η κυβερνητική εμπειρία του

Υπό κανονικές συνθήκες η Λίστα Πέτσα θα μπορούσε να είναι η επικοινωνιακή ευκαιρία που αναζητούσε ο ΣΥΡΙΖΑ για να αντεπιτεθεί στη Νέα Δημοκρατία που προς το παρόν απολαμβάνει της θετικής απήχησης των μέτρων ελήφθησαν στην πρώτη φάση της πανδημίας και δεν εισπράττει το κόστος από την οικονομική κρίση και ένα ενδεχόμενο δεύτερο κύμα.

Όπως και να το δει κανείς, η εικόνα μιας κυβέρνησης που μοίρασε χρήματα σε διάφορα Μέσα Ενημέρωσης, ορισμένα εκ των οποίων όχι ακριβώς μεγάλης εμβέλειας, και με μάλλον εμφανή πολιτική ιδιοτέλεια, δύσκολα θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη ρητορική περί αποτελεσματικού επιτελικού κράτους.

Μάλιστα, το ανοιχτό ερώτημα μιας πιθανής διασπάθισης δημόσιου χρήματος θα μπορούσε να συνδυαστεί αντιπολιτευτικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ήδη αρκετά κομμάτια της κοινωνίας όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση, αλλά και τη διάχυτη ανασφάλεια που υπάρχει και για την εξέλιξη της πανδημίας και για τις επιπτώσεις ενός νέου γύρου περιοριστικών μέτρων.

Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι διευρύνοντας την αντιπολιτευτική στόχευση η αξιωματική αντιπολίτευση θα μπορούσε να αξιοποιήσει και τη σύμπτωση ανάμεσα σε τέτοιες πρακτικές και π.χ. τον περιορισμό των κοινωνικών και καλλιτεχνικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Αντί όμως για αυτό στη δημόσια σφαίρα κυριαρχεί η αντιπαράθεση γύρω από τις συνομιλίες Παππά – Μιωνή και τα όσα ακούγονται σε σχέση με την προανακριτική επιτροπή της Βουλής. Δηλαδή, μια συζήτηση για τα όσα έγιναν όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στη διακυβέρνηση.

Η ρητορική και η πραγματικότητα

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά την αποτελεσματικότητα της ρητορικής του. Η Νέα Δημοκρατία προσφέρει αρκετές αφορμές για μια κριτική από τα αριστερά σε ζητήματα όπως η μεταναστευτική πολιτική, το προσφυγικό, η εκπαιδευτική πολιτική. Ακόμη και ως προς τα μέτρα για την οικονομική κρίση θα μπορούσε ένα αριστερό κόμμα να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική προστασία, ανάλογης κλίμακας με αυτή που εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίστοιχα, υπάρχει σημαντικό περιθώριο κριτικής σε ζητήματα όπως οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται ως προς τη θωράκιση του ΕΣΥ και ιδίως της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ενόψει του φθινοπώρου και της νέας φάσης της πανδημίας. Και βέβαια, υπάρχει η μεγάλη συζήτηση για το ποιο θα πρέπει να είναι το κοινωνικό και αναπτυξιακό υπόδειγμα για την επόμενη μέρα μετά την πανδημία και την κοινωνική κρίση σε μια εποχή όπου τίθεται συνολικά σε αμφισβήτηση η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία.

Όμως, σε όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξεπεράσει ένα κρίσιμο εμπόδιο: τον ίδιο του τον εαυτό και τη δική του κυβερνητική εμπειρία.

Γιατί αυτό που κάνει να ξεχωρίζει ένα κόμμα εξουσίας από ένα αντιπολιτευτικό ριζοσπαστικό κίνημα είναι ότι το πρώτο πάντα αναμετριέται και με τη δική του εμπειρία όταν άσκησε εξουσία. Και μπορεί οι ψηφοφόροι να μη διαβάζουν πάντα πολιτικά προγράμματα ή εσωτερικές κομματικές ιδεολογικές συγκρούσεις, όμως θυμούνται πώς ήταν τα πράγματα όταν κάποια κυβέρνηση ήταν στην εξουσία.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε αυτή τη χώρα. Η δικαιολογία ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος τη θητείας των κυβερνήσεων Τσίπρα, απλώς εκτελούνταν οι δεσμεύσεις από τα μνημόνια και μόνο προς το τέλος ασκήθηκε όντως πολιτική, είναι στην πράξη αυτοαναιρούμενη. Όχι μόνο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε (και δεν υποχρεώθηκε όπως επιμένει ένα βολικό αφήγημα) να συμβιβαστεί στην πολιτική των μνημονίων, αλλά και γιατί ακόμη και εντός των μνημονίων μπορούσε να ασκήσει πολιτική και κρίνεται από αυτήν.

Αυτό, άλλωστε, είχε φανεί ακόμη και μετά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια, όταν οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν απείχαν πολύ από την συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών, έστω και με μεγαλύτερη αναδιανομή.

Η χαμένη ευκαιρία της διακυβέρνησης

Υπό κανονικές συνθήκες, μια περίοδος διακυβέρνησης, έστω και στις δύσκολες συνθήκες της προηγούμενης δεκαετίας είναι ένα μεγάλο σχολείο για ένα κόμμα. Ιδίως όταν μιλάμε για ένα κόμμα που προέρχεται από ένα ιστορικό ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας που ουδέποτε βρέθηκε στην εξουσία.

Θα περίμενε κανείς μετά από αυτή την εμπειρία έναν ΣΥΡΙΖΑ πιο αυτοκριτικό ως προς την προφανή έλλειψη προετοιμασίας το 2015, αλλά και ταυτόχρονα πιο ικανό να μπορεί να μετασχηματίσει γενικά αιτήματα και αρχές σε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις πολιτικής. Έναν ΣΥΡΙΖΑ που να μπορεί πια, με τη γνώση που αποκόμισε, να έχει πολύ πιο συγκεκριμένους οδικούς χάρτες για το οτιδήποτε θα εντασσόταν στον αστερισμό μιας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής. Έναν ΣΥΡΙΖΑ που θα εκμεταλλευόταν τη μετακόμιση στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για μια διαδικασία κριτικού αναστοχασμού και προγραμματικής ανασυγκρότησης, έστω και στην κατεύθυνση μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης.

Αντί για αυτό έχουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ που σε πολύ μικρό βαθμό κάνει αυτή τη συζήτηση και αντίθετα, δείχνει να υιοθετεί μια αντίληψη που είναι στα όρια του πολιτικού κυνισμού. Σύμφωνα με αυτή τα όρια ως προς την άσκηση πολιτικής είναι πεπερασμένα και ορίζονται από το διεθνή συσχετισμό, την οικονομική συγκυρία και την κατάσταση στην ΕΕ και κατά συνέπεια δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προετοιμασία, αλλά κυρίως η εκμετάλλευση της φθοράς που θα έχει η Νέα Δημοκρατία όταν θα αρχίσει να φαίνεται το πραγματικό πολιτικό της πρόσωπο.

Όμως, αυτή η αντιμετώπιση δεν διαμορφώνει μια βαθύτερη πολιτική δυναμική και παραμένει εγκλωβισμένη στα όρια ενός μοτίβου πολιτικής αντιπαράθεσης που έχουμε δει συχνά παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια και όπου τα κόμματα αντιπολίτευσης απλώς εκμεταλλεύονται τη φθορά των κομμάτων διακυβέρνησης για να έρθουν στην εξουσία και ο κύκλος να επαναληφθεί.

Οι διάδρομοι της εξουσίας και το αποτύπωμά τους

Σε όλα αυτά προστίθεται και ένα στοιχείο ακόμη. Η διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να φέρει το διαφορετικό ύφος της εξουσίας. Τα στελέχη του επιμένουν ότι τα προβλήματα που συνάντησε στην άσκηση της εξουσίας δεν συγκρίνονται με το βαθμό διαπλοκής και πολιτικής διαφθοράς που χαρακτήρισε τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης. Όμως, αυτό που δεν κατανοούν είναι ότι σε αντίθεση με αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται ότι δεν ήταν ένα ακόμη κόμμα εξουσίας. Το ζήτημα δεν είναι να αποδειχτεί με κάποιο τρόπο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε λιγότερο διεφθαρμένο και διαπλεκόμενο κόμμα από τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ· το ζήτημα είναι γιατί ένα υποτίθεται αντισυστημικό κόμμα δεν απέφυγε τη διαβρωτική επίδραση των καθεστωτικών πρακτικών.

Μικρή σημασία έχει, για παράδειγμα, εάν στελέχη των άλλων κομμάτων στο παρελθόν (ή και στο παρόν και μέλλον) έκαναν περισσότερες συναντήσεις σαν κι αυτή ανάμεσα στον κ. Παππά και τον κ. Μιωνή, ωστόσο το ερώτημα δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό: τι ακριβώς πήγε να κάνει σε αυτή τη συνάντηση ένας υπουργός μιας υποτίθεται αριστερής κυβέρνησης; Και πολύ πιθανώς όταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είχε κάνει την περίφημη αναφορά σε νταβατζήδες, η κλίμακα της διαπλοκής στην οποία αναφερόταν να ήταν πολύ μεγαλύτερη από π.χ.  τα… βοσκοτόπια του κ. Καλογρίτσα, όμως το ερώτημα είναι για ποιο λόγο ένα κόμμα της αριστεράς επεδίωξε να προωθήσει τα επιχειρηματικά σχέδια στα ΜΜΕ του κ. Καλογρίτσα. Όπως και σίγουρα μπορεί κανείς να σκεφτεί διάφορες στιγμές όπου εκεί όπου συναντιούνται η Δικαιοσύνη και οι υπηρεσίες ασφαλείας λειτούργησαν μηχανισμοί και παραμηχανισμοί που καμιά σχέση δεν είχαν με κράτος δικαίου, ιδίως σε μια χώρα που κάποτε είχε θεσμοθετημένο σχεδόν παρακράτος. Όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για τη συμπόρευση με κάποιον όπως ο κ. Παπαγγελόπουλος.

Ο κ. Παππάς έσπευσε στις 25 Ιουνίου, κατά τη διάρκεια του πολιτικού συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ, να αναλάβει την ευθύνη για τη συνάντηση με τον κ. Μιωνή, υποστηρίζοντας ότι όσα ειπώθηκαν δεν είχαν να κάνουν με τις αυθεντικές πεποιθήσεις μου, αλλά ειπώθηκαν απέναντι σε έναν άνθρωπο σε παραλήρημα που προσπαθούσα να καθησυχάσω, και συμπληρώνοντας ότι λάθη ύφους και ουσίας έδωσαν αφορμή για επιθέσεις εναντίον μας. Η τοποθέτηση αυτή ακολούθησε την αναφορά του Αλέξη Τσίπρα ότι ο καθένας μας πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί για λάθη, παραλείψεις ή αστοχίες.

Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες αναφορές αποτελούν περισσότερο damage control παρά ειλικρινή αναμέτρηση με το ήθος και το ύφος εξουσίας που αποτυπώθηκε στη συγκεκριμένη συνάντηση. Άλλωστε, το να αναλαμβάνουν στελέχη την ατομική ευθύνη για συλλογικές επιλογές είναι από τις πιο γνωστές τεχνικές των συστημικών κομμάτων για να προστατεύουν την ηγεσία από το πολιτικό κόστος κρίσιμων αποκαλύψεων

Η πραγματική δοκιμασία

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην εξουσία κυρίως γιατί μια χωρίς προηγούμενο πολιτική κρίση ρευστοποίησε πλήρως το πολιτικό σκηνικό και ιδίως τους ιστορικούς δεσμούς εκπροσώπησης που είχε οικοδομήσει το ΠΑΣΟΚ. Με έναν τρόπο κάλυψε ένα κενό, αποτελώντας την απάντηση σε ένα ερώτημα που έμοιαζε αναπάντητο. Στη διάρκεια της διακυβέρνησής του δεν έχασε τον κορμό της εκπροσώπησης που είχε, κυρίως γιατί ένα μέρος των λαϊκών στρωμάτων αισθάνθηκε ότι η εναλλακτική της ΝΔ θα αποτελούσε μια επιπλέον διακινδύνευση. Όμως, ακόμη και έτσι η σχέση εκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ με τον κορμό του ακροατηρίου του είναι αρκετά ισχνή. Στηρίζεται στον πυκνό αλλά και σχετικά βραχύ χρόνο της περιόδου των μνημονίων και δεν πατάει πάνω σε ένα ιστορικό όραμα.

Με αυτή την έννοια τώρα είναι η μεγάλη δοκιμασία για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι τόσο για το εάν θα διατηρήσει τη θέση που έχει στο πολιτικό σκηνικό, μια που αντίπαλο για τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχει. Όσο για το εάν θα μπορέσει να γίνει φορέας ενός εναλλακτικού αφηγήματος για τη χώρα.

 

Δείτε τα tweets της επικαιρότητας:

[wbcr_php_snippet id="14676"]

Όλα τα νέα για την επικαιρότητα εδώ - ειδήσεις από την Ελλάδα

Διάβασε το »

Νίκος Παππάς και Σάμπυ Μιωνής: Μήπως δεν είναι η εξαίρεση;

Newsteam 0 Comments

Η αθλιέστατη στιχομυθία Νίκου Παππά και Σάμπυ Μιωνή, ανεξάρτητα αν είναι προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής είναι φοβερά αποκαλυπτική για το κλίμα που κυριαρχεί στην πολυδιαπλεκόμενη πολιτική ζωή της χώρας, όπου το πάθος της πολιτικής αναρρίχησης και εξουσίας συμπλέκεται με το χρήμα, την κατασκοπεία και τις πιο ελεεινές κρατικές μεθοδεύσεις αναδεικνύοντας δυσοσμία, κατάπτωση και βούρκο.

Δυστυχώς, όλα τούτα δεν είναι ένα μεμονωμένο νοσηρό σύμπτωμα και δεν αφορά μόνο την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και τις εμπλοκές της με τα βρώμικα κατοχικά γεράκια του Ισραήλ και τις υπηρεσίες τους αλλά αποτελούν, χωρίς καμία υπερβολή, τη νέα κανονικότητα της συστημικής πολιτικής ζωής στον τόπο μας.

Κατά τραγικό τρόπο αποτελούν νέα κανονικότητα η διαπλοκή, τα σκάνδαλα, οι εκδουλεύσεις, οι αλληλοεξυπηρετήσεις, οι συναλλαγές, οι υπόγειες μεθοδεύσεις και το ρυπαρό παρασκήνιο .

Οι πολιτικές σχέσεις, δυστυχώς, έχουν εκφυλιστεί σε σχέσεις εκδουλεύσεων και σχέσεις δούναι και λαβείν όπου το δημόσιο και λαϊκό συμφέρον έχουν εξατμιστεί και εξαφανιστεί ή χρησιμοποιούνται μόνο ως προκάλυμμα για να καλύψουν σκοτεινές παρασκηνιακές συναλλαγές.

Δυστυχώς, την ώρα που οι δυνάμεις που κυριαρχούν στην πολιτική ζωή της χώρας μας είναι υπεύθυνες για την μεγαλύτερη οικονομική και εθνική κρίση που έχει βιώσει η χώρα, την ίδια ώρα οι ίδιες αυτές δυνάμεις εκμαυλίζουν και κατακουρελιάζουν αρχές και αξίες τόσο βάναυσα ώστε να μοιάζουν να θέλουν να πνίξουν μέσα στην κοινωνία μας, όλες τις εστίες εντιμότητας, ελπίδας και οραμάτων που έχουν απομείνει.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο παραλυτικό από μια κοινωνία και από πολίτες που έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στον διπλανό τους, στο κοινωνικό σύνολο και συλλήβδην στις πολιτικές δυνάμεις και διεργασίες της χώρας

Προτού όλα τούτα οδηγήσουν σε πολύ μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές, εθνικές τραγωδίες ακόμα και σε εθνικούς ακρωτηριασμούς, πρέπει να βρούμε τη δύναμη να δώσουμε χώρο μέσα μας στην ελπίδα, στην αλληλεγγύη και σε ένα νέο όραμα υπεύθυνης δουλειάς και δικαιοσύνης στην πατρίδα μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί που αξίζουν σε αυτή τη χώρα, όλο και περισσότερο σιωπούν και όταν μιλάνε περισσότερο ψιθυρίζουν, λέγοντας ότι χάθηκαν με ευθύνη μας πολλές ευκαιρίες και έχουν απομείνει μπροστά μας ελάχιστες, πλέον, αν όχι η τελευταία.

Δείτε τα tweets της επικαιρότητας:

[wbcr_php_snippet id="14676"]

Όλα τα νέα για την επικαιρότητα εδώ - ειδήσεις από την Ελλάδα

Διάβασε το »

Η Χελίν στη Χώρα της Εμμένειας

Newsteam 0 Comments

Με αφορμή τον θάνατο των 3 μελών του συγκροτήματος Grup Yorum… Της Χελίν, του Μουσταφά, του Ιμπραήμ. 

Κείμενο: Ηλίας Πιστικός
Εικονογράφηση: AspalaxComix (Instagram/maurogatoni, Fb aspalaxcomix)

Η μετενσάρκωση της Χελίν

Ενώ ο θάνατος γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα στατιστικό ή αριθμητικό μέγεθος, συνέβη τρεις νεκροί να έχουν καταφέρει να αναφερόμαστε σ’ αυτούς με τα ονόματά τους. Μεταξύ χιλιάδων καθημερινών θανάτων, κατάφεραν να καταγραφούν στα νεκροπολιτικά μας κιτάπια όχι ως αριθμοί, αλλά ως ονόματα, ως μοναδικές προσωπικότητες με ιδιαίτερη βιογραφική πορεία. Η Χελίν, ο Μουσταφά και ο Ιμπραήμ δεν μετενσαρκώθηκαν σε αριθμούς.

Μπορεί να είναι εμπρόθετη πείνα, μια σκόπιμη τεχνική που πατάει πάνω στον περιορισμό ή τη στέρηση της τροφής, όμως δεν είναι δίαιτα. Ακόμη και αν έχει τελετουργική διάσταση, δεν είναι νηστεία. Προσβλέπει σε κάποιο είδος κάθαρσης, δίχως να συνιστά αποτοξίνωση. Ίσως αυτή που την επιτελεί να αποκτάει προσωρινά τη δύναμη να δικάσει, αλλά δεν είναι δικαστίνα˙ είναι κατήγορος, εκτεθειμένη σε κοινή θέα, εκτός δικαστικής αίθουσας, με μια πολύχρωμη μπαντάνα στο μαλλί, αναπόσπαστο μέρος ενός αγωνιώδους θεάματος. Σαν υπαρξιακός καθρέφτης, η όψη της αντανακλά τη στάση μας μπροστά στην έννοια της ζωής ως αξίας. Πρόκειται κυριολεκτικά για την αποθέωση της βίας -η βία στα καλύτερά της˙ μια από τις ελάχιστες μορφές φυσικής βίας που μπορεί κάποια να ασκήσει δίχως να μπορεί να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της να το κάνει.

Το ταξίδι της Χελίν προς την Εμμένεια

Γενεαλογικά, την εμπρόθετη λιμοκτονία θα τη συναντήσουμε στις αρχαιότητες της νότιας Ασίας και της βόρειας νησιωτικής Ευρώπης ως μια πρακτική απαίτησης της αποκατάστασης της δικαιοσύνης ή της επιστροφής χρεών. Ο αδικημένος ή κατήγορος πήγαινε στην εξώπορτα αυτού που τον αδίκησε, του κατηγορούμενου, και παρέμενε νηστικός, εκθέτοντας μ’ αυτόν τον δραματικό τρόπο στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων ότι αδικήθηκε. Αν ο κατηγορούμενος επέτρεπε τον θάνατο στον χώρο του, όχι μόνο θα έπρεπε να αποκαταστήσει τον διαμαρτυρόμενο μετά το θάνατό του, αλλά -πιο σημαντικό- θα έφερε μια μαγική ή θεϊκή κατάρα ικανή να τον εκδιώξει από την κοινότητα.

Αυτή η ύστατη προσφυγή στον ενδεχόμενο θάνατο ως μορφή αποκατάστασης της δικαιοσύνης ήταν το όπλο αυτών που δεν τους είχαν απομείνει άλλα μέσα πίεσης, παρά μόνο το ίδιο τους το σώμα˙ σε εμπρόθετη λιμοκτονία προσέφευγαν συνήθως οι πιο καταπιεσμένοι, οι πιο γυμνοί. Η συγκεκριμένη πρακτική αποσκοπούσε στο να καταστήσει παρούσα σε θεούς και ανθρώπους μια αδικία ή ένα χρέος. Η διαμαρτυρία εμπρόθετης λιμοκτονίας ήταν ένα πολύ ισχυρό όπλο, καθώς ο δικαστής, η Θεία Δίκη, υπερέβαινε τον κατηγορούμενο, τον καταπιεστή. Υπάρχει μια μετα-δικανική διάσταση εδώ. Ο κατήγορος πρόσφερε το σώμα του, την ίδια του τη ζωή στην κρίση της Θείας Δίκης και αυτή απένειμε δικαιοσύνη. Επιπλέον, η εμπρόθετη λιμοκτονία είχε κανόνες και γι’ αυτόν που την επιτελούσε, καθώς αν δεν σταματούσε τη λιμοκτονία μετά τη δήλωση αποκατάστασης ή την αποκατάσταση, ως κίνητρο θεωρούνταν η πρόκληση ζημιάς στον κατηγορούμενο και όχι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης.

Με το πέρασμα των αιώνων, την ιδέα της εμπρόθετης λιμοκτονίας θα την ξαναβρούμε αλυσοδεμένη στα υγρά αποικιοκρατικά αμπάρια των καραβιών που μετέφεραν σκλάβους από την Αφρική, ενώ φαίνεται να αποκτάει και θρησκευτικές σημασίες, καθώς υπάρχουν αναφορές ότι η διάσταση αυτοθυσίας που ενέχει συνδέθηκε με την αυτοθυσία του Χριστού.

Ως μορφή βιοπολιτικής αντίστασης σε διάφορα καθεστώτα καταπίεσης, φαίνεται να αναβιώνει πρώτα από τις σουφραζέτες στις αρχές του 20ου αιώνα, κρατούμενες στις Βρετανικές φυλακές γιατί διεκδικούσαν δικαίωμα ψήφου και ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άντρες. Σε μαζικές απεργίες πείνας προσέφυγαν και Ιρλανδοί κρατούμενοι που ανέπτυξαν εθνικο-απελευθερωτική δράση υπό την κατοχή του Βρετανικού κράτους διεκδικώντας να αναγνωριστούν ως πολιτικοί κρατούμενοι, κρατούμενοι του Απαρτχάιντ, κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο, όπως και οι χωρίς-χαρτιά ανά την Ευρώπη διεκδικώντας πολιτική αναγνώριση της ύπαρξής τους. Μια μαζική απεργία πείνας στην Τουρκία κατέληξε με 107 καταγεγραμμένους νεκρούς μεταξύ 2000 και 2003˙ οι κρατούμενοι στις Τουρκικές φυλακές προσπάθησαν να αντισταθούν στη λειτουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας και απομόνωσης.

Βέβαια, από την αρχαιότητα έχουν αλλάξει πολλά. Στη Χώρα της Εμμένειας δεν υπάρχει η Θεία Δίκη, αυτή η υπερβατικότητα που επέβαλλε δικαιοσύνη εγγυώμενη την τιμωρία της αδικίας˙ η δύναμη του δικαστή δεν φαίνεται πλέον να υπερβαίνει αυτήν του κατηγορούμενου. Στη νεωτερικότητα, όταν ο κατηγορούμενος είναι το κράτος, για παράδειγμα, ή μια κυβέρνηση, ποιος μπορεί να είναι ο δικαστής και ποια η δύναμή του; Εν ολίγοις, στο νεωτερικό θέατρο οι ρόλοι του δικαστή και του κατηγορούμενου τείνουν να συμπίπτουν στην ίδια φιγούρα. Έτσι, το διακύβευμα μιας απεργίας πείνας εμμένει στην κοινωνική σφαίρα˙ η δικαίωσή της παύει να υπόκειται στην κρίση της υπερβατικής Θείας Δίκης και γίνεται το αποτέλεσμα πολύπλοκων ηθικών και πολιτικών διλημμάτων, εντάσεων, συγκρούσεων, μοριακών πιέσεων και αναδυόμενων δυναμικών˙ δεν μπορεί να αποδοθεί πλέον σε κάποια εξω-κοσμική ανώτατη δύναμη.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μετά την απομάγευση του κόσμου, το συγκεκριμένο όπλο αντίστασης παραμένει ισχυρό, καταφέρνοντας μια κρίσιμη αντιστροφή: το θύμα της βίας ενός καταπιεστικού καθεστώτος καταφέρνει να γίνει η δράστρια που ασκεί αυτήν τη βία στο ίδιο το καθεστώς, μέσω της άσκησής της στο ίδιο της το σώμα.

Η Χελίν πήρε το όπλο της

Η τροφή συνδέεται με τη φιλοξενία και τη φιλανθρωπία και κατέχει προεξέχουσα θέση σε σημαντικά γεγονότα της ζωής μας. Η ευεργετική της σημασία είναι κωδικοποιημένη στη γλώσσα μας. Ενδεικτικά, ο όρος σύντροφος αναφέρεται ετυμολογικά σ’ αυτόν με τον οποίο μοιραζόμαστε την τροφή μας, ενώ εξελίχτηκε να αναφέρεται σ’ αυτόν με τον οποίο μοιραζόμαστε μια στενή και διαρκή σχέση αγάπης, στοργής, πολιτικής αλληλεγγύης κοκ. Κατ’ επέκταση, μέσω της συντροφικότητας, η τροφή υποδηλώνει την κοινότητα και τη διεξάρτηση των ανθρώπων. Η απόρριψη της τροφής μπορεί να γίνεται αντιληπτή ως απόρριψη της κοινότητας˙ η αδιαφορία απέναντι σε μια κραυγή για δικαιοσύνη, κραυγή που εκφράζεται μέσω της απόρριψης του φαγητού, ισοδυναμεί με μια αισχρή απόρριψη της αμοιβαίας εξάρτησης των ανθρώπων. Απ’ αυτήν την οπτική, το τραύμα που χαράσσεται μέσα μας στη θέα ενός κάτισχνου σώματος μπορεί να αντανακλά μια άρρητη ανάγκη μας να αντισταθούμε στην εξατομίκευση˙ όσο πιο βαθύ είναι αυτό το τραύμα, τόσο πιο ελπιδοφόρο μοιάζει το μήνυμα της αντίστασης απέναντι στην αποξένωση. Άλλωστε, στο βαθμό που το πρόβλημα της πείνας δεν εντοπίζεται στην έλλειψη πόρων, αλλά στην άνιση καπιταλιστική τους κατανομή, το λιπόσαρκο, ανάγλυφο από τη λιμοκτονία σώμα αποκτάει εύκολα ταξικές υποδηλώσεις.

Η σταδιακή απώλεια μυϊκής μάζας αποκαλύπτει ολοένα και πιο δραματικά τη φιγούρα του θανάτου να πλησιάζει, εγείροντας διλήμματα που αφορούν τη σημασία της ζωής. Κάτω από τα ρητά αιτήματα μιας απεργίας πείνας, φαίνεται να λανθάνει ένα κρίσιμο διακύβευμα που καθιστά τη σύγκρουση με την κυρίαρχη εξουσία σχεδόν αναπόφευκτη. Μια απεργία πείνας εμπλέκεται εκ των πραγμάτων σε μια ανταγωνιστική σχέση με την κυρίαρχη εξουσία, την εξουσία που μπορεί να αποφασίσει ποιος δικαιούται να ζήσει και ποιος να πεθάνει, ποια ζωή μπορεί να αφαιρεθεί δίχως να θεωρηθεί ανθρωποκτονία. Μια απεργός πείνας το καταφέρνει αυτό καθώς αναλαμβάνει τον έλεγχο του ίδιου της του σώματος, στερώντας τον από τον κυρίαρχο. Δηλώνοντας ρητά ότι η κυρίαρχη εξουσία ευθύνεται για τον επερχόμενο θάνατο, ουσιαστικά διαχωρίζει την απώλεια ζωής από την ευθύνη αυτής της απώλειας. Ενώ η κυρίαρχη εξουσία φέρει την ευθύνη της ενδεχόμενης απώλειας, η πραγμάτωση αυτής της απώλειας βρίσκεται υπό τον έλεγχο της ίδιας της απεργού πείνας.

Το ανυπάκουο σώμα αφαίρεσε από την φαρέτρα του κυρίαρχου το πιο δεινό του όπλο, την εξουσία του να ορίζει ποια ζωή είναι άξια να βιωθεί και ποια όχι. Το ανυπότακτο σώμα ξεγύμνωσε τον βασιλιά! Ο βασιλιάς είναι τρωτός! Πλέον, και όσο διαρκεί η απεργία πείνας, ο βασιλιάς είναι εγκλωβισμένος σε μια συνθήκη της οποίας φέρει την ευθύνη, δίχως ωστόσο να έχει τον έλεγχο. Αν θέλει να διατηρήσει τη συμβολική του αξία, το μόνο που του απέμεινε είναι να τραυλίζει έωλα και να κακοφωνεί δημόσια, να προσπαθεί να επιβάλλει υποχρεωτική σίτιση, προσευχόμενος κρυφά να καμφθεί η αποφασιστικότητα της απεργού.

Σκληρός καριόλης ο βασιλιάς

Το σώμα γίνεται το τελευταίο καταφύγιο όπου μπορεί να προσφύγει το υποκείμενο αντίστασης ώστε να δώσει τη μάχη του. Το σώμα δεν είναι απλά στρατευμένο με τη μια ή την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, ούτε απλά το τελευταίο όπλο, αλλά μετατρέπεται το ίδιο σε πεδίο σύγκρουσης. Η φαντασιακή γεωγραφία της σύγκρουσης σε μια απεργία πείνας έχει αυτήν την ιδιαιτερότητα˙ το σώμα γίνεται ο τόπος όπου εκτυλίσσεται αυτό το δράμα, το τερέν όπου κλιμακώνεται η βία. Τα βιασμένα υπολείμματα αυτής της σύγκρουσης θα καλύψουν το ξερακιανό σώμα, το οστέινο ανάγλυφο αυτού του τόπου. Το σώμα εγγράφει τόσο την πειθαρχία της στράτευσης, όσο και την οριακή ελευθερία που αναδύεται στο ξέσπασμα κάθε σύγκρουσης˙ συμπυκνώνει τόσο την πειθαρχία προς τον θάνατο, όσο και την επιθυμία για ζωή. Αυτή η αντίφαση γίνεται η Αχίλλειος πτέρνα της Χελίν κατά τη διάρκεια της απεργίας. Οι ελπίδες του βασιλιά είναι στραμμένες ακριβώς σ’ αυτήν την αντίφαση μεταξύ πειθαρχίας και επιθυμίας:

Θεέ μου, έχεις όσο χρόνο θες, αρκεί να επικρατήσει η επιθυμία για ζωή, ψελλίζει ο βασιλιάς.

Όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε σημείο να επενδύσει, να καταθέσει την ίδια του τη ζωή σε ένα υπαρξιακό στοίχημα για να διεκδικήσει κάτι απτό, κάτι συγκεκριμένο, ένα σημαντικό ερώτημα που αναδύεται είναι αν αυτό το απτό, ταπεινό αντικείμενο διεκδίκησης είναι ισάξιο της ίδιας της ζωής. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, από μέρους της απεργού, η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα έχει ήδη δοθεί εκ των πραγμάτων μέσω της ίδιας της απόφασης: η επιλογή μιας απεργίας πείνας προϋποθέτει μια αποφασιστικότητα απέναντι στον θάνατο˙ δίχως την ικανοποίηση του αιτήματος, η ζωή είναι ανάξια να βιωθεί.

Ο αναστοχασμός, όμως, που οδηγεί στην αρχική απόφαση, επεξεργάζεται την προβολή του θανάτου ως ενδεχόμενου, όχι έναν θάνατο που πλησιάζει. Γενικά, μπορούμε να υποθέσουμε ότι διαφορετική είναι η ένταση με την οποία βιώνεται η προβολή ενός θανάτου ως ενδεχόμενου (μια προβολή που μπορώ να την κάνω όποτε θέλω) και διαφορετική η βιωματική ένταση στην εικόνα ενός θανάτου που πλησιάζει (μια εικόνα που αναμένεται να τη δω κάποια στιγμή). Ο χρόνος μιας απεργίας πείνας είναι ένας αργός χρόνος, σηματοδοτεί μια αγωνιώδη πορεία προς ένα κρίσιμο κατώφλι, αυτό της φθοράς, της μόνιμης βλάβης στον οργανισμό ή του θανάτου˙ είναι κατώφλι ακριβώς γιατί δεν έχει επιστροφή. Όσο διαφορετικές απαντήσεις και αν μπορούν να δοθούν στο ερώτημα της αξίας της ζωής, εν τέλει αυτό καταλήγει επιτακτικά στον ενσώματο νου μιας απεργού πείνας με όρους διλημματικής έντασης˙ όσο μια απεργία πείνας πλησιάζει προς το τέλος της, που, από τη μεριά της απεργού, αυτό βιώνεται ως αντίληψη των βιολογικών της ορίων, ως φθορά, τόσο τα περιθώρια απάντησης αυτού του ερωτήματος στενεύουν, καταλήγοντας εν τέλει σε έναν υπαρξιακό δυισμό: ναι ή όχι στη ζωή˙ λήξη ή όχι της απεργίας˙ η διόγκωση του άσπρου και του μαύρου συνέθλιψε πλέον κάθε ενδιάμεση απόχρωση του γκρι. Κατακλυσμός από εσωτερικούς διαλόγους, συγκινητικές θύμησες, υπαρξιακά παιδέματα, απότομες ψυχικές μεταπτώσεις μεταξύ θάρρους και λιποψυχίας, στοργικά χάδια συντρόφων, η φροντίδα της αλληλεγγύης, και καθημερινές ανάγκες που έχουν πάψει πλέον να είναι αυτοεξυπηρετούμενες, εξάρτηση, η τυραννία του αργού τέλους, όχι το αγχώδες ποδοβολητό του αλαλάζοντα στρατιώτη καθώς προελαύνει προς την εχθρική γραμμή˙ ούτε εθνικές τυμπανοκρουσίες ούτε εκκωφαντικές εκρήξεις ούτε φριχτοί διαμελισμοί εδώ, μα μόνο ένα κατανυκτικό ηχοτοπίο που φιλοξενεί τη βία, καταλήγοντας λίγο πριν από το τέλος να αδημονεί γι’ αυτό το τέλος και μόνο γι’ αυτό.

Το σώμα της απεργού πείνας αποτελεί τον πιο φιλόξενο τόπο για τη φυσική βία. Κάθε τόπος προσπαθεί να αποβάλλει τη βία ή, τουλάχιστον, να τη δείξει ως κάτι παρένθετο, ως μια εξαίρεση˙ στο σώμα της Χελίν, ωστόσο, η βία γίνεται ρουτίνα και αρμονία.

Αν η ζωή αποτελεί την ύψιστη επιθυμία μιας ζωής ανάξιας να βιωθεί, τότε η αυταπάρνησή της μέσω της απεργίας πείνας -που πυροδοτεί μια αργή πορεία προς τη φθορά και τον θάνατο- γίνεται γόρδιος δεσμός, αποπνικτικός, που μόνο η αποφασιστικότητα προς τον θάνατο μπορεί να κόψει. Καταλήγοντας, μπορούμε να υποψιαστούμε ότι αυτή η αποφασιστικότητα δοκιμάζεται καθ’ όλη τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας. Σ’ αυτό ακριβώς ποντάρει ο βασιλιάς και γι’ αυτό ακριβώς αν υποχωρήσει, θα φροντίσει να το κάνει λίγο πριν από το βιολογικό τέλος, προσφέροντας αφειδώς βασανιστικό χρόνο στην απεργό πείνας, σ’ αυτό το μπάσταρδο τέκνο της ζωής και του θανάτου που ξεφύτρωσε απειλητικά στο διάβα του.

Είναι σκληρός καριόλης ο βασιλιάς, πολύ σκληρός για να πεθάνει… αλλά η Χελίν αποδείχτηκε ακόμη σκληρότερη, πολύ σκληρή για να φοβηθεί τον θάνατο, πολύ σκληρή για να ζήσει.

Πηγή: Αυτολεξεί.

Διάβασε το »