Είναι η γυναίκα που άλλαξε δια παντός την ιστορία της μόδας και καθιέρωσε την κυριαρχία της στον κόσμο της ομορφιάς και της γοητείας, η Κοκό Σανέλ γεννήθηκε επαναστάτρια του στυλ και της φινέτσας. Η διασημότερη σχεδιάστρια μόδας με επαναστατικές ιδέες και δημιουργίες που άγγιξαν το κλασικό. Γνωστή για τα ταγιέρ, το ύφασμα ζέρσεϊ, το κοντό καρέ μαλλί και το μικρό μαύρο φόρεμα. Αυτή ήταν η Σανέλ!

Γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου του 1883 ως Γκαμπριέλ Μπονέρ «Κοκό» Σανέλ στο Σομίρ της Δυτικής Γαλλίας. Ο πατέρας της, Αλμπέρ Σανέλ, ήταν περιοδεύων πωλητής ρούχων και εσωρούχων και η μητέρα της, Εζενί Ντεβόλ, πλύστρα σ’ ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για απόρους.

Σαν σήμερα: Γεννήθηκε η

Μετά τον θάνατο της μητέρας της οδηγείται σε ορφανοτροφείο όπου μαθαίνει την τέχνη της μοδιστρικής. Όταν δεν έπιανε τη βελόνα για να ράψει, τραγουδούσε σ’ ένα κλαμπ στο Μουλέν, όπου σύχναζαν αξιωματικοί του ιππικού. Τότε ήταν που της κόλλησαν το χαϊδευτικό Κοκό (Coco), με το οποίο έγινε γνωστή τα επόμενα χρόνια. Το Κοκό, σύμφωνα με τους βιογράφους της, μπορεί να προέρχεται από τα δημοφιλή τραγούδια εκείνης της εποχής «Ko Ko Ri Ko» και «Qui qu’a vu Coco» ή ακόμα και από τη λέξη cocotte (κοκότα).

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, που κυκλοφορούσε την εποχή της μεγάλης της δόξας στα παρισινά σαλόνια, η Σανέλ αποκλήθηκε Κοκό, επειδή διοργάνωσε τα καλύτερα πάρτι στο Παρίσι, όπου προσφερόταν άφθονη κοκαΐνη. Ή ίδια ήταν γνωστό ότι ήταν εθισμένη στις ναρκωτικές ουσίες και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της χρήστρια μορφίνης.

Το 1906 σ’ ένα κλαμπ, όπου εμφανιζόταν, γνώρισε τον Ετιέν Μπαλσάν, πρώην αξιωματικό του ιππικού και γόνο πλούσιας οικογένειας υφαντουργών, με τον οποίο πέρασε τρία χρόνια πλούσιας και τρυφηλής ζωής. Το 1909 δημιούργησε σχέση με τον φίλο του Μπαλσάν, τον άγγλο λογαχό Μπόι Κέιπελ, επίλεκτο μέλος της αγγλικής υψηλής κοινωνίας, ο οποίος χρηματοδότησε και τα πρώτα της σχέδια στον κόσμο της μόδας.

Η σταδιοδρομία της Σανέλ στον κόσμο της μόδας ξεκίνησε το 1913, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το τραγούδι, στο οποίο, όπως διαπίστωσε κι η ίδια, δεν είχε καμία τύχη. Άνοιξε ένα μικρό κατάστημα στη Ντοβίλ, στο οποίο πουλούσε καπέλα που έφτιαχνε η ίδια. Σύντομα άρχισε να σχεδιάζει πουλόβερ, φούστες και διάφορα αξεσουάρ και να χρησιμοποιεί το ζέρσεϊ.

Το 1914 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι και το 1916 ίδρυσε τον οίκο υψηλής ραπτικής «Chanel». Μέσα σε πέντε χρόνια είχε επιβληθεί, προκαλώντας επανάσταση στο γυναικείο ντύσιμο, με ένα απλό και άνετο στυλ, που ο συνεταίρος της Πολ Πουαρέ αποκαλούσε «φτωχοπροδρομισμό πολυτελείας» («le misérabilisme de luxe»).

Η απλότητα και η άνεση των ρούχων της τονίζονταν από τα ασυνήθιστα τότε φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα. Επιβολή της τα μάλλινα ρούχα, το φόρεμα – σεμιζιέ, το απλό μαύρο φόρεμα, την κοντή πλισέ φούστα, το πανταλόνι για πρωινή και βραδινή εμφάνιση.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα καταφέρνει να επιβληθεί στον κόσμο της μόδας πρακαλώντας επανάσταση στη γυναικεία ένδυση. Το 1922 ήταν μια χρονιά ορόσημο, καθώς κυκλοφόρησε το άρωμα Νο. 5, το οποίο λέγεται ότι “βαφτίστηκε” έτσι επειδή ένα μέντιουμ είχε πείσει την Κοκό πως αυτός ήταν ο τυχερός της αριθμός. Καθιέρωσε επίσης τα μάλλινα ρούχα, το μικρό μαύρο φόρεμα και το παντελόνι, ενώ το 1926 σχεδιάζει το πρώτο της ταγιέρ.

Το 1935 άρχισε να παράγει υφάσματα ζέρσεϊ σε δικό της εργοστάσιο. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Οίκος της ήταν από τους μεγαλύτερους στο Παρίσι, με κύκλο εργασιών 120 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων της εποχής και οι επιχειρήσεις της (οίκος μόδας, εργοστάσιο υφασμάτων, εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων και κοσμημάτων) απασχολούσαν 3.500 άτομα.

Το 1938 αποσύρθηκε και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία έκλεισε τις επιχειρήσεις και άφησε στο δρόμο χιλιάδες εργαζομένους. Κατηγορήθηκε για σχέσεις με τους Ναζί, αλλά η εις βάρος της δικαστική έρευνα δεν προχώρησε μετά το τέλος του πολέμου. Πάντως, ήταν γνωστή η ερωτική της σχέση με τον στρατηγό των Ες-Ες Βάλτερ Σέλενμπεργκ.

Το 1954 επανήλθε στο προσκήνιο της υψηλής ραπτικής, όταν παρουσίασε ολοκληρωμένο το κλασικό «ταγιέρ Σανέλ», με την κομψή, άνετη φούστα και τη χαρακτηριστική ζακέτα χωρίς πέτα, φινιρισμένη με σειρήτια.

Η Κοκό Σανέλ πέθανε στο Παρίσι στις 10 Ιανουαρίου 1971, σε ηλικία 87 ετών. Ο Οίκος της εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατό της, παραμένοντας πιστός στην παράδοση του «στυλ Σανέλ». Το 1977 δημιουργήθηκε η πρώτη συλλογή σινιέ έτοιμων ενδυμάτων (πρετ -α- πορτέ), με προορισμό την αγορά των ΗΠΑ. Τον επόμενο χρόνο άνοιξε το πρώτο κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στο Παρίσι και τα επόμενα χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου.

Η Κοκό Σανέλ ήταν μπροστά από την εποχή της!

Η μοντέρνα και νεωτεριστική φιλοσοφία της και η αναζήτηση της πολυτελούς απλότητας, την έκαναν αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη φιγούρα στην ιστορία της μόδας του 20ου αιώνα. Η επιρροή της στην υψηλή ραπτική ήταν τόσο μεγάλη, που μέχρι το θάνατο της τον Ιανουάριο του 1971, η διάσημη Γαλλίδα σχεδιάστρια κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό της ως το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό ρυθμιστή της μόδας του 20ού αιώνα

Ήταν μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, και ίσως η πρώτη γυναίκα στο κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών. Η φήμη της Σανέλ και το ύφος της, παρέμειναν περισσότερο από τη ζωή της. Η Σανέλ, βέβαια, δεν θα προσδιόριζε ποτέ τον εαυτό της ως φεμινίστρια, στην πραγματικότητα περισσότερο μιλούσε για θηλυκότητα παρά για φεμινισμό, παρ’όλα αυτά η δουλειά της είναι αδιαμφισβήτητα μέρος της απελευθέρωσης των γυναικών.

Ο Κοκτώ είπε κάποτε γι’ αυτήν: «Ήταν κάτι σαν θαύμα, δούλεψε στον κόσμο της μόδας με κανόνες οι οποίοι είχαν αξία μόνο για τους ζωγράφους, τους ποιητές και τους μουσικούς.»

Διαβάστε επίσης »