Είναι αλήθεια πως διεθνείς οργανισμοί και κυβερνήσεις είναι στις προβλέψεις τους κατά κανόνα υπερβολικά αισιόδοξοι, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όταν θέλουν να καλλιεργήσουν κλίμα εμπιστοσύνης στις αγορές. Είναι επίσης αλήθεια πως ο υπουργός Οικονομικών κ. Χρ. Σταϊκούρας είναι γενικά προσεκτικός στις τοποθετήσεις του. Ωστόσο, σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕφΣυν (6/6/2020) δεν απέφυγε κάποια ατοπήματα ή υπερβολές σχετικά με την ελληνική οικονομία.

Πρώτο, δήλωσε πως η εκτίμηση του υπουργείου Οικονομικών για -8% ύφεση το 2020 παραμένει σταθερή. Αυτό, εντούτοις, δεν είναι ακριβές, διότι το υπουργείο είχε προ μηνός διατυπώσει στο Πρόγραμμα Σταθερότητας δύο σενάρια για την ελληνική οικονομία: το βασικό με ύφεση -4,7% και το κακό με ύφεση -7,9%. Συνεπώς, όταν σήμερα ο υπουργός μιλά για ύφεση -8% επικαλείται μόνο το κακό σενάριο εγκαταλείποντας την πιθανότητα του βασικού σεναρίου και συγκλίνοντας προς τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία εκτιμά ύφεση κοντά στο -10% φέτος. Εδώ, το ολίσθημα αφορά την συγκάλυψη μιας απαισιόδοξης εκτίμησης με τη δήθεν σταθερή διατήρηση της αρχικής πρόβλεψης.

Δεύτερο, συναρτά την τελική έκβαση για όλες τις οικονομίες αφενός με την πορεία της νόσου και αφετέρου με την εξέλιξη κομβικών κλάδων όπως ο τουρισμός και οι μεταφορές. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι η κρίση αφορά την πανδημία και τα μέτρα καραντίνας (lockdown) που έπληξαν κυρίως τους εν λόγω κλάδους, παραγνωρίζοντας συγχρόνως όλες τις άλλες πτυχές της πολύπλευρης κρίσης και κυρίως την σαφή οικονομική επιβράδυνση που είχε εμφανιστεί παγκοσμίως 1-2 χρόνια πρωτύτερα. Ίσως θεωρεί πως τα πρωτοφανούς έκτασης νομισματικά και δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών επαρκούν για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης. Έτσι, όμως, παραβλέπει την εμπειρία της κρίσης του 2008-2009 και τη φθίνουσα αναπτυξιακή επίπτωση της δημιουργίας νέων χρεών.

Τρίτο, εκτιμά πως η μείωση του μη μισθολογικού κόστους (ασφαλιστικές εισφορές) θα επαναφέρει τις επενδύσεις και θα τονώσει τις καθαρές αμοιβές, την κατανάλωση και την απασχόληση. Μολονότι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί πάγιο αίτημα του ΣΕΒ και η Ελλάδα έχει σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το 6ο υψηλότερο πανευρωπαϊκά (αλλά χαμηλότερο αυτού των Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας, Τσεχίας, Σουηδίας και σχεδόν εφάμιλλο αυτού των Λετονίας και Πορτογαλίας), εντούτοις το βασικό εμπόδιο στις επενδύσεις των επιχειρήσεων είναι το έλλειμμα χρηματοδότησης: έρευνα της Grant Thornton κατέδειξε πως το 60% των επιχειρήσεων θα μπορούσε να απορροφήσει πρόσθετα κεφάλαια 44 δισ. ευρώ για επενδύσεις, αλλά η περιορισμένη πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης αποτελεί τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα. Επίσης, ένα 20% των επιχειρήσεων αναστέλλει την επενδυτική δραστηριότητα λόγω της δυσκολίας εξυπηρέτησης υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων ύψους 29 δισ. ευρώ. Ακολουθούν η υψηλή φορολογία, η αβεβαιότητα του οικονομικού κλίματος, οι νομικές διαδικασίες και η γραφειοκρατία, αλλά και προκλήσεις που αφορούν τη στρατηγική των ίδιων των επιχειρήσεων. Συνεπώς, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, όπως και των μισθών, δεν θα έπρεπε να είναι το βασικό μέλημα μιας κυβέρνησης που κυνηγά επενδύσεις.

Τέταρτο, θεωρεί πως η ελληνική οικονομία ως τον περασμένο Φεβρουάριο είχε αποκτήσει σημαντική αναπτυξιακή δυναμική και η ανεργία βρισκόταν σε σταθερή τροχιά αποκλιμάκωσης. Δεν γνωρίζω αν ο υπουργός συμβουλεύεται αποκλειστικά τους δείκτες οικονομικού κλίματος, τα σπρεντ και τις τιμές των μετοχών, ωστόσο, κανένα μέγεθος της πραγματικής οικονομίας δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του αυτόν. Αντιθέτως, η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε ετήσια κάμψη -2,1% το α’ δίμηνο του 2020, η απασχόληση σημείωσε την ισχνότερη αύξηση (0,3%) το α’ τρίμηνο 2020 (έναντι 1,5%, 2% και 2,4% τα προηγούμενα τρία τρίμηνα του 2019) σε μία εμφανή τάση επιβράδυνσης, ενώ πτωτική ήταν το α’ τρίμηνο 2020 η τάση για τις επενδύσεις (-6,4%), την κατανάλωση των νοικοκυριών (-0,7%) και το ΑΕΠ (-0,9%). Δηλαδή, από μεν το β’ τρίμηνο 2019 και μετά η ελληνική οικονομία άρχισε σταθερά να επιβραδύνει, από δε το α’ τρίμηνο 2020 μπήκε κανονικά σε ύφεση. Αν ο υπουργός θεωρεί ‘αναπτυξιακή δυναμική’ τη μικρότερη κάμψη του ελληνικού έναντι του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, τότε θα πρέπει να αναλογιστεί ότι (α) η ελληνική οικονομία έβγαινε μόλις προ διετίας από μία δεκαετή ύφεση που δεν γνώρισαν οι άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες και (β) η ΕΕ εξάγει στον λοιπό κόσμο κυρίως, ενώ η Ελλάδα στην ΕΕ κυρίως, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία διαφορά χρόνου στην καταγραφή των εξωγενών υφεσιακών επιδράσεων.

Πέμπτο, εκτιμά πως τον μήνα Ιούνιο, μετά την περίοδο του lockdown, εισήλθαμε στη φάση της προοδευτικής ανάκαμψης της οικονομίας. Προφανώς, ο υπουργός συγκρίνει την περίοδο του διοικητικού κλεισίματος μεγάλου μέρους της οικονομίας λόγω κορονοϊού με το τρέχον άνοιγμά της. Όμως αυτό χαρακτηρίζεται ως επανεκκίνηση της οικονομίας, όχι ως ανάκαμψη.  Εξάλλου, η εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας συνολικά δεν μετριέται από μήνα σε μήνα αλλά από τρίμηνο σε τρίμηνο και σε ετήσια βάση. Και οι εκτιμήσεις των υπηρεσιών του υπ. Οικονομικών μιλάνε για βάθεμα της ύφεσης το β’ και γ’ τρίμηνο 2020…

* Ο Κώστας Καλλωνιάτης είναι οικονομολόγος

Δείτε τα tweets της επικαιρότητας:

Όλα τα νέα για την επικαιρότητα εδώ – ειδήσεις από την Ελλάδα

Διαβάστε επίσης »