Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης,παραχώρησε μια  εφ´όλης της ύλης συνέντευξη στον Παύλο Αγιαννίδη και το Youfly.com.

Βλέπει το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή σαν την «απόλυτη κατάφαση στην ζωή». Άλλο αν νιώθει ότι, σήμερα επί κορονοϊού, «υπάρχει ο κίνδυνος να είμαστε αγνοημένοι» οι του θεάτρου.
Και στη συνέντευξη του ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αναφέρει ότι πιστεύει, όπως και το έργο που κάνει πρόβες για την πρεμιέρα στις 10 Οκτωβρίου 2020, στο «Παλλάς», ότι όπως άντεξαν τόσα θεριά οι πρόγονοί μας θα αντέξουμε κι εμείς αυτό.

Τι να λέμε, τώρα; Πάνω που πήγαμε να μιλήσουμε για το «Τρίτο στεφάνι» του, στο «Παλλάς», ήρθε ο… ουρανός σφοντύλι στο κεφάλι του ελληνικού θεάματος, με τις απαγορεύσεις. Λες κι αυτό είναι η εστία κακών, με τον κορονοϊό. Που να μιλήσεις, λοιπόν, για μια παράσταση, που σε πείσμα όλων των σημείων, ετοιμάζεται μεθοδικά και με… μάσκα. Το… σφοντύλι μονοπώλησε την αρχή της κουβέντας μας. Πώς αλλιώς;
Μαρκουλάκης Παλλάς Κίτσου
Κάπως έτσι ξεκινάει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης τη συνέντευξη του
Χείμαρρος ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης:

«Καταλαβαίνω πως πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία. Πρώτα απ’ όλα η δημόσια υγεία. Και είμαι με το μέρος των υγειονομικών.
Από την άλλη πλευρά, ανησυχώ και δεν θα ήθελα να αισθανθώ ότι υπάρχει μια στοχοποίηση των θεαμάτων. Πρέπει κάποιος να δει τη διαφορά στον τρόπο που προσέρχεται ο θεατής στο θέατρο, σε σχέση με τον τρόπο που το κοινό πηγαίνει σε άλλους χώρους, εστίασης, μπαρ, στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Στο θέαμα υπάρχουν άνθρωποι, που αντιλαμβάνονται και υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να συστήσουν τα μέτρα. Ο τρόπος που συνυπάρχουν οι άνθρωποι δε μέσα σε αυτό, κάνει το θέαμα, το θέατρο έναν από τους πιο ασφαλείς χώρους. Νομίζω ότι αυτό δεν έχει διατυπωθεί ή σωστά ή αρκετά.

Θα έπρεπε, λοιπόν, να μην υπάρχει η αίσθηση ότι ο χώρος των θεαμάτων στοχοποιείται. Όπως και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο χώρος του Πολιτισμού είναι, πέρα από άλλα, μια οικονομική δραστηριότητα που αφορά κάπου 50.000 επαγγελματίες και εκατοντάδες χιλιάδες θεατές. Αυτό, δεν μπορείς να το πετάξεις. Χρειάζεται τη δέουσα προσοχή. Και αυτή είναι η δική μου αγωνία.
Δεν μπορώ, ας πούμε, να καταλάβω το σκεπτικό της Περιφέρειας Αττικής, που ακύρωσε τα θεάματα, τα οποία δεν είχαν δώσει ούτε ένα κρούσμα. Ενώ παραμένουν ανοιχτοί οι χώροι εστίασης και τα μπαρ.
Ξέρεις, μπορεί να υπάρχουν κάποιοι τρελοί, που λέγονται θεατρικοί παραγωγοί, που αποφάσισαν μέσα σε όλο αυτό να επενδύσουν, να προσλάβουν κόσμο, να δώσουν δουλειά, να συμβάλουν με το δικό τους τρόπο στο ΑΕΠ. Πρέπει αυτός ο χώρος να προστατευθεί, όπως και οι άλλοι χώροι».
Μαρκουλάκης Κίτσου Μάσκα Παλλάς
Και συνεχίζει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης στη συνέντευξη: 
«Αντιλαμβάνομαι και σέβομαι τη δυσκολία των ανθρώπων, που διοικούν οποιονδήποτε χώρο, να πάρουν απόφαση σε αυτές τις συνθήκες. Όμως, νιώθω ότι υπάρχει ο κίνδυνος να είμαστε αγνοημένοι».
Δεν φαίνεται τόσο μαχητικό, όπως άλλοι, αυτό, του λέω, γελώντας.
Εκείνος, απαντάει, σοβαρός:
«Είμαι όσο μαχητικός αισθάνομαι ότι μπορώ να είμαι. Δεν μπορώ να καταδικάσω συλλήβδην μια προσπάθεια, από επιστήμονες, η οποία έχει αποδώσει εν πολλοίς. Και λάθη γίνανε. Όμως, δεν είμαστε στο Μάρτιο ή στον Απρίλιο, σε στιγμή που σβήνουμε μια πυρκαγιά, που έχει ανάψει.

Η επικαιρότητα στο Twitter:

Μπορώ να μιλάω για το θέατρο, όχι μόνον γιατί θέλω να σώσω τον ποπό μου, αλλά επειδή το ξέρω καλά και ξέρω πως λειτουργεί. Τα κυβικά μέτρα οξυγόνου και ελεύθερου χώρου ανά θεατή, ο εξαερισμός, οι δυνατότητες να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, δείχνουν ότι το θέαμα είναι σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από άλλους χώρους. Μιλάνε για νούμερα. Στο δικό μου το μυαλό, καλύτερα χίλιοι άνθρωποι επαρκώς προστατευμένοι σε έναν χώρο, παρά εξήντα πλημμελώς προστατευμένοι».
Θα μου πείτε, πως συνδέονται όλα αυτά με το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που διασκεύασε σε μία νέα εκδοχή, «σαν ένα νέο, ξεχωριστό έργο τέχνης» (όπως λέει), και σκηνοθετεί για το «Παλλάς», έναν από τους μεγαλύτερους χώρους στην Αθήνα. Και σε μια παραγωγή, που την αποτιμώ ως τη μεγαλύτερη, νέα, θεατρική, μετά τον κορονοϊό.
Μαρκουλάκης σκηνοθέτης συνέντευξη
Σπεύδει να το συνδέσει εκείνος.
«Καταρχάς, περιμένουμε κι εμείς, όπως όλοι, πως και πως, να μάθουμε τα μέτρα για τα χειμερινά θέατρα».
Τα οποία έχουν καθυστερήσει πολύ.
«Ξέρεις, ήθελα να κάνω κάτι με το Εθνικό για το 2021 και την επέτειο του 1821, που δεν θα γίνει. Κάτι που να εστιάζει στο τι είμαστε, 200 χρόνια μετά. Σκεφτόμουν πως να μιλήσω για το ’21 μέσα από τη δική μου τέχνη. Χωρίς να το καταλάβω καν, αυτό που κάνουμε τώρα, το «Τρίτο στεφάνι», είναι η απάντησή μου. Και το λέω συχνά και στις πρόβες. Μιλάει ακριβώς γι’ αυτό. Τι είμαστε, οι Έλληνες. Τα καλά και τα κακά μας. Τα προτερήματα και τα ελαττώματά μας. Ένα έργο που διατρέχει την ελληνική ιστορία, από τους πρώτους Βαλκανικούς Πολέμους έως το 1952. Και είναι όλο το έπος.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι πριν από μας, οι πρόγονοί μας έχουν παλέψει σ’ αυτή τη χώρα με θεριά: εμφύλιους, κατοχές, θανάτους, αρρώστιες, φτώχεια… Και τα βγάζανε πέρα. Και συνέχιζαν. Αυτό είναι. Κάθε φορά που επανέρχεται το άγχος – αλήθεια στο λέω και το επαναφέρω συχνά και στις πρόβες – να φαίνεται ότι θα τα καταφέρουμε. Αυτοί αντέξανε, οπότε θ’ αντέξουμε κι εμείς».
Λέει, κάπου, η ηρωίδα στο «Τρίτο Στεφάνι», η Νίνα, μου θυμίζει: «Ουφ, όπως όλος ο κόσμος, έτσι κι εμείς. Το πολύ πολύ να πεθάνουμε».
Οι ήρωες της παράστασης «Το Τρίτο Στεφάνι», οι «Άθλιοι» και οι Έλληνες
Μαρκουλάκης Κίτσου κοντινό
«Η ιστορία δεν περνάει ούτε από μέσα από τους ήρωες, ούτε δίπλα τους. Περνάει από πίσω τους και από πάνω τους», μου συνεχίζει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης στη συνέντευξη. «Παίρνει τους ήρωες και τους βάζει να μιλούν για τα παιδιά τους, για τα καθημερινά τους. Κάτι που έχει μεγάλη αξία σήμερα στο «Τρίτο Στεφάνι» είναι η κατάφαση για την ζωή. Η απόλυτη κατάφαση στην ζωή».
Τον ρωτάω αν πράγματι «μαζεύει» σε αυτή τη νέα εκδοχή το έργο. «Μα και όταν κάνεις τους «Αθλίους» του Βίκτορα Ουγκό, δεν βάζεις και τους δύο τόμους», απαντάει σιβυλλικά. «Σκεφτόμασταν όταν το δουλεύαμε με το Νίκο Μανουσάκη, αλλά και με τον Πάρη Μέξη, και προσπαθούσαμε να βρούμε εργαλεία, με τη χρήση πολλών αφηγητών και με μια λογική δομής που έχει το μιούζικαλ».
Το «Τρίτο Στεφάνι» στο 2020
Μου ξεκαθαρίζει και κάτι ακόμη σε αυτό το σημείο της κουβέντας: «Ο πυρήνας της δραματικής ιστορίας, δραματοποιείται. Προσπαθώ να αποφύγω την ηθογραφία, όχι επειδή δεν την αγαπώ, αλλά επειδή θέλω να δω το «Τρίτο Στεφάνι» στο 2020. Έχω ανάγκη να μιλήσω για άλλα πράγματα μέσα από αυτό. Προσπαθώ να μιλήσω για τους ανθρώπους συνολικά και για τους Έλληνες ειδικά.
Είναι σαν το έργο να μας βγάζει έναν καθρέφτη για να δούμε πως είμαστε. Βλέπουμε όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιοσυστασίας: τη δίψα για ζωή, την γκρίνια, την υστερία, την επιθετικότητα… Είναι, επίσης, το έπος των μικροαστών. Γραμμένο το 1962. Δεν μιλάει για πληβείους και αγρότες. Αλλά γι’ αυτήν την πολύ μεγάλη τάξη, εγκατεστημένη κυρίως στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Αυτών των ανθρώπων είμαστε απόγονοι οι περισσότεροι σήμερα».
Μου μιλάει για τους κυρίως ρόλους. Την κυρά Εβάβη – Μαρία Καβογιάννη και τη Νίνα – Μαρία Κίτσου. «Οι γυναίκες πρωταγωνίστριες είναι πολύ σκληρές προσωπικότητες, στα όρια του αγριμιού». Οι άντρες το αντίθετο. Χάρη «στο μεθύσι, την αποκλίνουσα συμπεριφορά, τη μαλθακότητα, δεν μπορούν να σταθούν δίπλα σε αυτές τις γυναίκες. Σήμερα, ακόμη κι αν έχουμε προοδεύσει, μας είναι αντιληπτή και απόλυτα αναγνωρίσιμη αυτή η ιδιοσυγκρασία».
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «…θα μάθουμε και τι σημαίνει θέατρο με τον κορονοϊό»
Το τρίτο στεφάνι παλλάς Μαρκουλάκης
Μου εξηγεί ότι η παράσταση έχει Χορό, σαν αρχαίο δράμα, σε πολλά σημεία. Και έναν θίασο 20 ατόμων, μειωμένο αισθητά από τον αρχικό, των 30, που συζητούσε τον Ιανουάριο. Δεν έχει, λέει, ηθοποιούς για να παίξουν μικρά πράγματα. «Προσπαθώ το αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των συντελεστών».
Έχει και ένα μήνυμα για τους αρνητές της μάσκας, μου λέει, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: «Να τους πούμε ότι οι ηθοποιοί στις πρόβες παίζουν, τρέχουν, φορώντας τις μάσκες τους και δεν έχουν κανένα θέμα».
Είναι και πολύ ορεξάτοι, μου επισημαίνει στο τέλος της κουβέντας μας. «Βλέπω ότι κάτι συμβαίνει στις πρόβες. Έχουμε καιρό να εργαστούμε, να βρεθούμε, αλλά παρατηρώ έναν ενθουσιασμό που σπανίως τον έχω δει σε πρόβες. Το δε Παλλάς, με όλες τις δυνατότητές του και σε σχέση με τα πρωτόκολλα ασφαλείας, έχει τη δυνατότητα να καταστεί ένα θέατρο – παράδειγμα προς μίμηση για τον τρόπο λειτουργία του».
Και η επωδός του: «Τι να κάνουμε; Όπως μάθαμε μέχρι τώρα τόσα και σε τόσα, έτσι θα μάθουμε και τι σημαίνει θέατρο με τον κορονοϊό».
Τόσα αντέξαμε και τόσοι άντεξαν, θα πρόσθετα σαν ρεζουμέ από την συνέντευξη που μου έδωσε ο Μαρκουλάκης και το έργο.
Θα αντέξουμε κι εμείς. Θα αντέξουμε κι αυτό.
Διαβάστε επίσης »