Η εξόριστη ποιήτρια Γιλά

Το Σουηδικό Σπίτι Καβάλας (παράρτημα του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών) άνοιξε μετά από πολύ καιρό τις πόρτες του -έχοντας μείνει επί μακρόν κλειστό λόγω της πανδημίας του κορονοϊού- για να υποδεχθεί στους φιλόξενους χώρους του μια μεγάλη ποιήτρια, τη Γιλά Μοσάεντ. Μια ποιήτρια που ζει μεν στη Σουηδία, αλλά η καρδιά της παραμένει πιστή και προσηλωμένη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το Ιράν.

Ήταν ήδη αναγνωρισμένη ποιήτρια, όταν το 1986 το θεοκρατικό καθεστώς της χώρας την εκδίωξε και την ανάγκασε να διαφύγει από την πατρίδα της με τον σύζυγο και τα δυο παιδιά της και να βρεθεί στη Σουηδία. Έκτοτε, η Γιλά Μοσάεντ δεν μπόρεσε να επιστρέψει πότε στην πατρίδα της, ακόμα και όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο των γονιών της. Θεωρείται ανεπιθύμητη στη χώρα και τα ποιήματά της απαγορευμένα. Ωστόσο, η σουηδική κοινωνία την αγάπησε, την αποδέχτηκε, αναγνώρισε τη δουλειά της και το 2008 την τίμησε, κάνοντας την μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας.

Πρόσφατα, ποιήματά της μεταφράστηκαν στα ελληνικά από την ποιήτρια και κλινική ψυχολόγο Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη. Το βιβλίο, με τίτλο «Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Η δημοτική βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» και το Σουηδικό Σπίτι διοργάνωσαν μια όμορφη και συγκινητική ποιητική βραδιά όπου παρουσιάστηκαν οι ποιητικές συλλογές της Γιλά Μοσάεντ, ενώ η ίδια μίλησε για τη ζωή και το έργο, αλλά και τις εμπειρίες της, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα της.

Για την ίδια και το έργο της μίλησαν η Καβαλιώτισσα ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, η μεταφράστρια των ποιημάτων της Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, ενώ η φιλόλογος Κατερίνα Ηλιάδου απήγγειλε ποιήματα στην ελληνική γλώσσα.

«Αισθάνομαι τιμημένη, περήφανη και ενθουσιασμένη»

Η επιμελήτρια του Σουηδικού Σπιτιού Ελίζαμπεθ Γκούλμπεργκ (Elizabeth Gullberg), και ο υποδιευθυντής του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Πάτρικ Κλίνμπορι (Patrik Klingborg), καλωσόρισαν την ποιήτρια και τους παραβρισκόμενους στην εκδήλωση και τόνισαν στην προσπάθεια που καταβάλλεται να γίνουν γνωστοί οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών που δημιουργούν στη Σουηδία.

«Το ότι το βιβλίο μεταφράστηκε σε μια όμορφη γλώσσα, με ρίζες στην ιστορία της ανθρωπότητας, με χαροποιεί» τόνισε η Ιρανή ποιήτρια και πρόσθεσε: «τα ελληνικά είναι μια γλώσσα που θαύμαζα και μου κινούσε την περιέργεια. Η Περσία είχε δεχθεί επίθεση από το Μέγα Αλέξανδρο, τους Μογγόλους και τους Άραβες. Οι δυο τελευταίοι έκαψαν τα βιβλία. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ένας έξυπνος άντρας, πήρε τα βιβλία μαζί του στην πατρίδα του. Παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα από την Περσία και ενθάρρυνε τους αξιωματικούς του να κάνουν το ίδιο. Είχαμε πολλές θετικές ανταλλαγές σε διάφορους τομείς, όπως στη γλώσσα, τη φιλοσοφία, τη μουσική, τη λογοτεχνία».

«Πριν από 35 χρόνια», συνέχισε η κ. Μοσάεντ, «άφησα την πατρίδα μου και βρέθηκα στο Βορρά. Δεν υπήρχε επιλογή. Η ελευθερία κοστίζει πάρα πολύ. Η μητρική μου γλώσσα που ήταν η δική μου περηφάνια δε μπορούσε να φτάσει στους αναγνώστες. Για να παρουσιάσω την ιστορία μου και τις συνθήκες ζωής μου έπρεπε να επιλέξω μια νέα γλώσσα. Να δανειστώ μια γλώσσα που θα μου δίνει την ελευθερία να διηγηθώ την αλήθεια χωρίς φόβο. Σήμερα βρίσκομαι εδώ. Αισθάνομαι τιμημένη, περήφανη και ενθουσιασμένη. Να ακούσω τα ποιήματά μου για πρώτη φορά στα ελληνικά».

Γράφοντας στη «γλώσσα της εξορίας»

Η Γιλά Μοσάεντ γεννήθηκε στην Τεχεράνη στις 4 Απριλίου του 1948. Ο πατέρας της ήταν δικαστικός και γνωστικιστής ποιητής. Η Μοσάεντ δημοσίευσε τα πρώτα της ποιήματα σε ηλικία 17 ετών. Μετά τις σπουδές της στο Ιράν και στις ΗΠΑ, εργαζόταν στη χώρα της ως κειμενογράφος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ είχαν κυκλοφορήσει στα περσικά πέντε ποιητικές συλλογές της και δύο μυθιστορήματα. Η πατρική οικογένεια της Μοσάεντ διασκορπίστηκε. Από τις αδελφές της μόνο η μεγαλύτερη, η οποία είναι μεταφράστρια και συγγραφέας ζει πλέον στο Ιράν, η μικρότερη, ποιήτρια και καλλιτέχνης, ζει στο Λος Άντζελες. Το 1997, μετά από ένδεκα χρόνια, κατόρθωσε να εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της στη σουηδική γλώσσα, ενώ δήλωσε: «Το να ζεις στην εξορία συνιστά μια διαρκή πάλη ενάντια σε όλα αυτά που αρνούνται σε κάποιον τη μνήμη του. Το να γράφεις στη γλώσσα της εξορίας είναι το ίδιο με το να δημιουργείς έναν χώρο στη μνήμη αυτής της χώρας. Είναι ένας μεγάλος θρίαμβος να αποτελέσεις μέρος της ιστορίας της λογοτεχνίας μιας ξένης γλώσσας».

Μέχρι το 2020 έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές στα σουηδικά και ετοιμάζεται για την ένατη. Επίσης, συνεχίζει να γράφει ποιήματα και στη μητρική της γλώσσα, τα φαρσί, τα οποία αναρτά στο διαδίκτυο για να μπορούν να τα βρίσκουν και να τα διαβάζουν τόσοι οι συμπατριώτες της που ζουν στο Ιράν αλλά και όσοι ζουν στις χώρες του εξωτερικού. Εξέδωσε έντεκα ποιητικές συλλογές στη μητρική της γλώσσα της. Συνεχίζει να γράφει και στη μητρική της γλώσσα, καθώς όπως τονίζει η ίδια αποτελεί τον συναισθηματικό και αρχέγονο πολιτισμικό κώδικα με τον οποίο γαλουχήθηκε και τον οποίο φέρει μέσα της, γιατί αποτελεί μια πλούσια γλώσσα χιλιετιών, της οποίας κατέχει τις βαθύτερες και πιο λεπτές αποχρώσεις, γράφει για να τη διατηρήσει όσο γίνεται ζωντανή και για να καταπολεμήσει ενοχικά συναισθήματα.

του ανταποκριτή μας Β. Λωλίδη

*Επισυνάπτεται κολάζ φωτογραφιών. Η Γιλά Μοσάεντ στην πρώτη αριστερά φωτογραφία, με το άσπρο μαντίλι στον λαιμό

Διαβάστε επίσης »