Ο λύκος αποφεύγει συνάντηση με άνθρωπο αλλά κι εμείς θα πρέπει να σεβόμαστε το περιβάλλον του και να αποδεχτούμε ότι πρόκειται για άγριο ζώο

Το πρόσφατο περιστατικό στην Πάρνηθα όπου ένας λύκος επιτέθηκε κι άρπαξε το σκυλάκι μιας οικογένειας, προκάλεσε έντονη αίσθηση.

Άνθρωπος και λύκος και

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο λύκος δεν είναι συνηθισμένο ζώο στην Αττική τουλάχιστον για τη δική μας γενιά. Άλλωστε είχε αφήσει ίχνη για τελευταία φορά το 1962 στην Πάρνηθα πριν εξαφανιστεί. Κι επανεμφανίστηκε στις αρχές του 21ου αιώνα αφού μια σειρά από καταστάσεις έφεραν το υπέροχο ζώο στα μέρη μας.

Είναι απόλυτα λογικό και κατανοητό να υπάρχει φόβος στο άκουσμα της παραπάνω είδησης αφού οι Αθηναίοι δεν έχουμε μάθει σε τέτοια θέματα. Όμως είναι περισσότερο απαραίτητο να κατανοήσουμε κάποιους απλούς κανόνες που θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε την αναγκαιότητα του σεβασμού απέναντι στον λύκο, στο σπίτι του, στο περιβάλλον του και γενικά στην άγρια πανίδα.

Η ενημέρωση είναι πολύτιμη. Κυρίως διότι πολλοί δεν κατανοούν τον όρο «άγριο ζώο» και θεωρούν ότι ο λύκος είναι το «κανίς του σαλονιού» τους. Είναι ένα άγριο ζώο, που δεν επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τον άνθρωπο (πολύ περισσότερο να τον φάει αφού δε βρίσκεται στο διαιτολόγιό του) αλλά θα πρέπει κι εμείς με τη σειρά μας να δείξουμε σεβασμό στο περιβάλλον του.

Ας δούμε πρώτα κάποια ιστορικά στοιχεία σχετικά με το αν θα πρέπει ο λύκος να τρομάζει τους ανθρώπους.

Η Γαλλία κουβαλάει ένα θλιβερό ρεκόρ παγκοσμίως με τους ανθρώπους που έχουν σκοτωθεί από λύκους. Από το 1362 ως το 1918 καταγράφηκαν 7600 θάνατοι ανθρώπων από λύκους και μάλιστα τα στατιστικά αναφέρουν ότι οι 3.600 περιπτώσεις αφορούσαν λύκους που δεν ήταν λυσσασμένοι. Πάντως πρόσφατα βρέθηκαν στοιχεία ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των 3.600 περιστατικών αφορούν περιπτώσεις λύκων που ξέφυγαν από αιχμαλωσία.

Με μια αναγωγή διαπιστώνουμε ότι σε βάθος 560 ετών στην Γαλλία σημειώθηκαν 14 θάνατοι ετησίως από επιθέσεις λύκων.

Στις χώρες της Βαλτικής ακόμα και στις αρχές του 21ου αιώνα παρατηρήθηκε μεγάλο πρόβλημα από δαγκώματα λυσσασμένων λύκων.

Κατά τη δεκαετία που διανύουμε μόνο δύο περιπτώσεις επίθεσης λύκων σε άνθρωπο έχουν καταγραφεί. Μια στον Καναδά όπου ένας λύκος επιτέθηκε σε 72χρονο άντρα και τον δάγκωσε στο πόδι και στο χέρι. Κι άλλη μια στην Τσεχία όπου τρεις λύκοι περικύκλωσαν ένα ζευγάρι κοντά στο σπίτι του. Τελικά το ανδρόγυνο κατάφερε τρέχοντας, να ξεφύγει.

Από το 2010 ως το 2019 καταγράφηκαν πολλές περισσότερες (πάνω από 150). Ελάχιστες αφορούν στην Ελλάδα. Το 2017 ένας λύκος επιτέθηκε σε μια γυναίκα την ώρα που τάιζε το πρόβατό της στην Καστοριά. Την ίδια χρονιά στη Θράκη βρέθηκε το πτώμα μιας γυναίκας που ήταν αγνοούμενη για καιρό και όπως έγινε γνωστό της επιτέθηκαν λύκοι και τσακάλια. Μετά από καιρό υπήρξε η εκδοχή για επίθεση από αγέλη αδέσποτων σκύλων,

Οι περισσότερες επιθέσεις (αρκετές ήταν θανατηφόρες) τοποθετούνται στη Ρωσία, στη Βόρεια Αμερική στα βάθη της Τουρκίας, στο Ιράν και στη Μογγολία όπου βέβαια μιλάμε για άλλα είδη λύκων. Και για άλλες περιοχές.

Στην Ελλάδα και σε ό,τι αφορά στην Αττική βρίσκουμε κάποια στοιχεία σε δημοσιεύματα εφημερίδων πριν από 90 χρόνια.

Το 1930, στο Τατόι, εμφανίστηκε μια μεγάλη αγέλη λύκων όπως διαβάσαμε στην εφημερίδα «Βραδυνή» της εποχής. Οι στάνες που υπήρχαν στην περιοχή την έκαναν ιδιαίτερα ελκυστική στους λύκους που έβρισκαν φαγητό. Οι επιθέσεις που έκαναν στα πρόβατα και στα κατοικίδια οδήγησαν τους κατοίκους της περιοχής να οργανώσουν «παγάνες» ώστε να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν ένα μικρό της αγέλης και μετά έναν τεράστιο λύκο περίπου 18 ετών και βάρους 76 κιλών!

Τον Ιανουάριο του 1931 παρουσιάστηκαν νέα προβλήματα, στην Παλλήνη. Δύο λύκοι άρπαξαν τρία πρόβατα, όπως ανέφερε η εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος». Οι βοσκοί έκαναν ομάδες για να τους σκοτώσουν αλλά δεν τους βρήκαν.

Σε κάθε περίπτωση οι λύκοι στην Αττική δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Απλώς είχαν εξαφανιστεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 ενώ μέχρι το 1981 ο διωγμός του (όπως και του τσακαλιού) ήταν ανελέητος. Μέχρι το 1981 επιτρεπόταν η θανάτωσή τους και η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ (νυν ΕΕ) άλλαξε τα δεδομένα.

Τελευταία αναφορά λύκου στην Πάρνηθα υπήρξε το 1962. Το 2010 είχαν ενδείξεις οι επιστήμονες για την επανεμφάνιση ενός μικρού αριθμού λύκων και η έρευνα που άρχισε έφερε αποτελέσματα: Μια αγέλη 8 λύκων ζούσε στην Πάρνηθα (πλέον ο αριθμός υπολογίζεται στα 25 μέλη) και η επανεμφάνισή τους είναι αποτέλεσμα της αυξητικής τάσης του πληθυσμού τους που παρατηρείται τα τελευταία 15-20 χρόνια, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά συνολικά στην Ευρώπη.

Οι λύκοι εποίκισαν την Πάρνηθα ακολουθώντας μια πορεία ετών. Με αφετηρία την Κεντρική Πίνδο και μέσω της ορεινής αλυσίδας Παρνασσού- Ελικώνα- Κιθαιρώνα βρέθηκαν εκ νέου στην Αττική.

Πλέον υπάρχουν αναφορές για λύκους στη Μαλακάσα αλλά και στη Χασιά (στους νοτιοδυτικούς πρόποδες της Πάρνηθας) κάτι που σημαίνει ότι «απλώνονται» στην προσπάθεια εύρεσης τροφής. Στην Πάρνηθα μπορούν να βρουν άφθονη τροφή κι εδώ προφανώς αρχίζει η ιστορία που πρέπει να περιγράψουμε.

Ο λύκος είναι το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη κατανομή στον κόσμο μετά τον άνθρωπο, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα των Εθελοντών Δασοπροστασίας Αττικής.

«Είναι ένα από τα πιο προσαρμοστικά είδη μεγάλων θηλαστικών. Η προσαρμογή του σε ποικίλα περιβάλλοντα και κυρίως στον άνθρωπο και στις ποικίλες δραστηριότητές του, οφείλεται κύρια στην μεγάλη ευελιξία της συμπεριφοράς του. Οι λύκοι εκτός από τα ακραία περιβάλλοντα όπου μπορούν να ζήσουν, από τις αρκτικές μέχρι τις ερημικές περιοχές, μπορούν να επιβιώσουν σε περιοχές κοντά στον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του» αναφέρεται επίσης από την «Καλλιστώ», την περιβαλλοντική οργάνωση για την άγρια ζωή και τη φύση.

Μάλιστα στην ιστοσελίδα της οργάνωσης μπορείτε να διαβάσετε πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το λύκο.

Απ’ εκεί και πέρα είναι απόλυτα φυσιολογικό να υπάρχει μια αίσθηση φόβου από τη στιγμή κατά την οποία ο λύκος απουσίαζε για περισσότερα από 50 χρόνια από την Αττική. Η ουσία είναι ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να συνυπάρχει αρμονικά με όλα τα είδη πανίδας, να τηρεί ουσιαστικούς όσο και απλούς κανόνες και κυρίως να σέβεται το χώρο του ζώου.

Ο λύκος είναι ένα πανέμορφο, υπερήφανο και ταυτόχρονα παρεξηγημένο ζώο. Για περίπου μισό αιώνα καταγράφηκαν μόνο 59 περιστατικά επίθεσης λύκου σε άνθρωπο.

Όμως εδώ βρίσκεται το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο:

-Στα 38, αιτία της επίθεσης ήταν η λύσσα που είχαν οι λύκοι.

-Στα 21, εμπλέκονταν λύκοι που είχαν συνηθίσει τον άνθρωπο που τους… τάιζε!

Αυτό σημαίνει ότι οι επιθέσεις σχετίζονται είτε με μη υγιή ζώα είτε με λανθασμένες ανθρώπινες ενέργειες. Επίσης στην περιοχή της Πάρνηθας έχουν καταγραφεί πολλές επιθέσεις από αγέλες αδέσποτων σκύλων σε ανθρώπους.

Ο λύκος είναι ένα ζώο που αποφεύγει τη συνάντηση με τον άνθρωπο, δεν την επιδιώκει κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.

Το ότι πρέπει να λαμβάνουμε κάποια προληπτικά μέτρα είναι επίσης ξεκάθαρο. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι πρόκειται για άγριο ζώο και όχι για το σκυλάκι του σαλονιού μας που θα έρθει να το ταϊσουμε και να το χαϊδέψουμε.

Πρέπει να σεβαστούμε το χώρο του, το ένστικτό του.

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε στον Εθνικό Δρυμό είναι να αποφύγουμε να ταϊζουμε τα άγρια ζώα, είτε είναι ελάφια, είτε αλεπούδες ή αγριογούρουνα είτε να επιδιώκουμε σέλφι με λύκους προσπαθώντας να τους προσεγγίσουμε με φαγητό.

Μη γελάτε καθόλου με το τελευταίο. Οι οργανώσεις έχουν επισημάνει ότι συμβαίνει κι έχουν προειδοποιήσει.

Δεν αφήνουμε ποτέ σκουπίδια στο δάσος και βέβαια πολύ περισσότερο υπολείμματα τροφής. Ταυτόχρονα δεν αφήνουμε ούτε ακαθαρσίες.

Δεν πλησιάζουμε πληγωμένα ζώα ούτε και πιθανές φωλιές λύκων (σε κοιλώματα βράχων ή στη βάση τον δέντρων, στο έδαφος).

Αποφεύγουμε τις μοναχικές βόλτες στο δάσος, κάτι που παραβιάζει τους βασικούς κανόνες πεζοπορίας. Καλό είναι να είμαστε μίνιμουμ τρία άτομα και κυρίως να συζητάμε καθώς τα άγρια ζώα, έχουν έντονη ακοή και φροντίζουν να απομακρυνθούν από εμάς.

Απαγορεύεται η παρουσία σκύλων ή άλλων οικόσιτων όπως επίσης και η διανυκτέρευση στον Εθνικό Δρυμό.

Στην σπάνια περίπτωση που αντιληφθούμε παρουσία λύκου κοντά μας και είμαστε σε ανοικτό πεδίο, αποχωρούμε από την περιοχή αργά (όχι τρέξιμο!!), με τα μάτια μας προς το ζώο, κάνοντας φασαρία ή τραγουδώντας, συγκεντρώνουμε την ομάδα μας και αν παραστεί ανάγκη «αυξάνουμε» τον όγκο και το ύψος μας με τα χέρια ή το σακίδιο μας, απειλητικά προς το ζώο.

Αναφέρουμε την παρουσία του λύκου στις αρμόδιες αρχές και στις σχετικές περιβαλλοντικές οργανώσεις, ειδικά όταν η συμπεριφορά του μας φανεί περίεργη (π.χ. βρίσκεται κοντά σε κατοικημένη περιοχή, τρώει από σκουπίδια). Έτσι βοηθούμε την έρευνα του είδους.

Θα πρέπει να σεβόμαστε το σπίτι τους. Πολύ απλά.

Σύμφωνα με πληροφορίες από την sportime

Διαβάστε επίσης »